Εορτάστηκε ο Μακεδονικός Αγώνας στο δήμο Αμπελοκήπων-Μενεμένης

Αναρτήθηκε στις 18/10/2026, στην κατηγορία Ενημέρωση Πολιτών

Με πάσα τιμή πραγματοποιήθηκε το πρωί της Κυριακής 18 Οκτωβρίου 2026 ο εορτασμός του Μακεδονικού Αγώνα στο Δήμο Αμπελοκήπων-Μενεμένης. Η εκδήλωση τιμής περιλάμβανε την καθιερωμένη Δοξολογία για την επέτειο του Μακεδονικού Αγώνα στον Ιερό Ναό της Ζωοδόχου Πηγής ενώ στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε επιμνημόσυνη δέηση και κατάθεση στεφάνων στο μνημείο της Αγωνιζομένης Μάνας του Λάου στην Πλατεία Επταλόφου. Τον πανηγυρικό της ημέρας εκφώνησε από το σολέα του Ιερού Ναού Ζωοδόχου Πηγής ο Δήμαρχος Αμπελοκήπων-Μενεμένης και Πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος ο οποίος τόνισε μεταξύ άλλων τα εξής: «Ο Μακεδονικός Αγώνας υπήρξε ένας κρίκος στην αλυσίδα των εξεγέρσεων για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Αποτελεί μια από τις πιο ένδοξες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, γραμμένη με μαρτύρων αίμα, ηρωισμούς και ολοκαυτώματα. Οι πρωταγωνιστές του προέρχονταν από ολόκληρο τον Ελληνισμό. Ωστόσο, το κύριο βάρος του Αγώνα το σήκωσε ο γηγενής πληθυσμός της Μακεδονίας, ο οποίος όχι μόνο αγωνίστηκε μόνος και αβοήθητος για τριάντα περίπου χρόνια να διαφυλάξει την ελληνικότητά του από τις διάφορες εχθρικές προπαγάνδες, αλλά και συμπαραστάθηκε με θέρμη και αποτελεσματικότητα τους Μακεδονομάχους που έσπευσαν από κάθε γωνιά της ελληνικής πατρίδας στη Μακεδονία για να πάρουν μέρος στην ένοπλη φάση του Αγώνα, στα χρόνια 1904–1908.»

Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους, Αντιδήμαρχοι, Δημοτικοί Σύμβουλοι, μέλη των Δημοτικών Κοινοτήτων Αμπελοκήπων και Μενεμένης, εκπρόσωποι των σχολείων του δήμου καθώς και μέλη πολιτιστικών συλλόγων.

Ακολουθεί η ομιλία του Δημάρχου.

Σεβαστοί πατέρες

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Εκπρόσωποι συλλόγων, αρχών, φορέων,

Αγαπητοί εκπαιδευτικοί

Αγαπητοί Μαθητές και Μαθήτριες

Κυρίες – Κύριοι

«Σε κλαίει ο λαός. Πάντα χλωρό να σειέται το χορτάρι στον τόπο που σε πλάγιασε το βόλι, ω παλικάρι. Πανάλαφρος ο ύπνος σου· του Απρίλη τα πουλιά σαν του σπιτιού σου να τ’ ακούς λογάκια και φιλιά· και να σου φτάνουν του σκληρού χειμώνα οι καταρράχτες σαν τουφεκιού αστραπόβροντα και σαν πολέμου κράχτες. Πλατιά του ονείρου μας η γη και απόμακρη. Και γέρνεις εκεί και σβεις γοργά. Ιερή στιγμή. Σαν πιο πλατιά τη δείχνεις, και τη φέρνεις σαν πιο κοντά!»

          Μ’ αυτό το ποίημά του ο Κωστής Παλαμάς, ο εθνικός μας ποιητής εξαίρει, επαινεί και μοιρολογάει τη θυσία του Παύλου Μελά. Και τη σκυτάλη της ποίησης παραλαμβάνει ο Γεώργιος Σουρής με το ποίημά του: «Στο θάνατο του Παύλου Μελά»

«Δασκάλοι, που τις σάρκες των εσπάραξαν κοράκοι, παπάδες εθνομάρτυρες, που ψήθηκαν σαν διάκοι, χεροπιασμένοι σίμωσαν να δουν το λείψανό του κι εσχίσανε το ράσο των να γίνει σάβανό του. Χρυσή ψυχή, που πήγαινες το θάνατο να λάχεις, από μαρτύρων στόματα χίλια συχώρια να ’χεις».

Εκτός από τα ποιήματα όμως έχουν γραφεί για το Μακεδονικό Αγώνα σημαντικά βιβλία κι απομνημονεύματα, που πέρα από τη μεγάλη λογοτεχνική αξία τους, αποτελούν και πηγές ιστορικές, διασώζουν κυριολεκτικά γεγονότα εκείνης της περιόδου: «Παύλος Μελάς» της Ναταλίας Μελά (συζύγου του), «Στα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα, Στα Μακεδονικά Βουνά και Μακεδονικές Ιστορίες (7 τόμοι) του Γεωργίου Μόδη, «Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα» του Ίωνα Δραγούμη (αδελφού της Ναταλίας Μελά).

Ο Μακεδονικός Αγώνας υπήρξε ένας κρίκος στην αλυσίδα των εξεγέρσεων για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Αποτελεί μια από τις πιο ένδοξες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, γραμμένη με μαρτύρων αίμα, ηρωισμούς και ολοκαυτώματα. Οι πρωταγωνιστές του προέρχονταν από ολόκληρο τον Ελληνισμό. Ωστόσο, το κύριο βάρος του Αγώνα το σήκωσε ο γηγενής πληθυσμός της Μακεδονίας, ο οποίος όχι μόνο αγωνίστηκε μόνος και αβοήθητος για τριάντα περίπου χρόνια να διαφυλάξει την ελληνικότητά του από τις διάφορες εχθρικές προπαγάνδες, αλλά και συμπαραστάθηκε με θέρμη και αποτελεσματικότητα τους Μακεδονομάχους που έσπευσαν από κάθε γωνιά της ελληνικής πατρίδας στη Μακεδονία για να πάρουν μέρος στην ένοπλη φάση του Αγώνα, στα χρόνια 1904–1908.

Η Μακεδονία, όπως και η λοιπή Ελλάδα, γέφυρα ανάμεσα σε δύο ηπείρους και σε δύο θάλασσες, με τεράστια στρατηγική και πολιτική σημασία, όταν πια άρχισε να κλονίζεται η κυριαρχία της Τουρκίας στη Βαλκανική, έγινε το μήλον της έριδος των Μεγάλων Δυνάμεων. Ιδιαίτερο όμως ενδιαφέρον έδειχνε η Ρωσία, η οποία αισθανόταν ζωτική την ανάγκη να βγει στη Μεσόγειο.

Χωρίς αμφιβολία, σημαντικότερο γεγονός στάθηκε το Σχίσμα της βουλγαρικής εκκλησίας το 1872, η οποία ονομάσθηκε πια Εξαρχία και αποδεσμεύθηκε, όχι μόνο από τη θρησκευτική δικαιοδοσία, αλλά -το σημαντικότερο- και από την πολιτική εποπτεία του Πατριαρχείου.

Η βουλγαρική προπαγάνδα, με την υποκίνηση και στήριξη της Ρωσίας, από εξαρχικούς δασκάλους και ιερείς στα μακεδονικά χωριά τυπικά αποσκοπούσε στον θρησκευτικό προσηλυτισμό. Ουσιαστικά όμως απέβλεπε στην ισχυροποίηση των βουλγαρικών θέσεων στην Μακεδονία. Γιατί τα χρόνια εκείνα οι διακρίσεις των πληθυσμών στη νευραλγική αυτή περιοχή των Βαλκανίων δεν γινόταν με βάση την εθνική τους ταυτότητα, αλλά τη θρησκευτική τους επιλογή. Εξαρχικός ή Σχισματικός σήμαινε αντίστοιχα Βούλγαρος και Πατριαρχικός σήμαινε Ορθόδοξος Έλληνας.

Ο ιερέας και ο δάσκαλος αναδείχθηκαν στα χρόνια εκείνα τα ισχυρότερα στηρίγματα του χειμαζόμενου Γένους, περιορίζοντας στο ελάχιστο τα αποτελέσματα της βουλγαρικής προπαγάνδας.

Και όταν οι Βούλγαροι διαπίστωσαν, ότι δεν μπορούσαν να επιβληθούν με ειρηνικά μέσα, σταδιακά, από το 1895 και εξής, πέρασαν στη βία των όπλων με τους κομιτατζήδες. Τον Ιούλιο του 1903, στην περιοχή της βορειοδυτικής Μακεδονίας, οι Βούλγαροι κήρυξαν την ψευδεπανάσταση, την εξέγερση του Ίλιντεν, για να προβάλουν δήθεν το Μακεδονικό Ζήτημα στην Ευρώπη, αλλά με απώτερο σκοπό να ενσωματώσουν τη Μακεδονία στο βουλγαρικό κράτος, με την ίδια μέθοδο που είχαν προσαρτήσει, λίγα χρόνια πρωτύτερα (1885) την Ανατολική Ρωμυλία κατασφάζοντας τον ελληνικό πληθυσμό στη Στενήμαχο, στη Φιλιππούπολη και σ’ άλλες περιοχές. Επιλεγμένοι τους στόχοι υπήρξαν τα ελληνικά βλαχοχώρια Κλεισούρα, Κρούσοβο και Νυμφαίο, τα οποία, αν καταλαμβάνονταν θα παρέλυε όπως πίστευαν οι Βούλγαροι, κάθε μορφής αντίσταση. Αλλά οι Τούρκοι σύντομα πέρασαν στην αντεπίθεση και έτσι η επανάσταση του Ίλιντεν έσβησε σαν πυροτέχνημα. Τραγικά θύματά της, ωστόσο, υπήρξαν κυρίως οι Έλληνες, που σφυροκοπήθηκαν άγρια και από τους Βούλγαρους και από τους Τούρκους. Πρωτοπόροι στον Αγώνα στάθηκαν ο Ίων Δραγούμης, γραμματέας του ελληνικού Προξενείου στο Μοναστήρι, και ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης. Από το 1902 ο Δραγούμης, κηρύσσοντας αληθινή εθνική σταυροφορία στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, κατηχούσε, εμψύχωνε, όριζε διοικητικές επιτροπές σε πόλεις και χωριά και οργάνωσε τη «Μακεδονική Άμυνα» στην περιοχή Μοναστηρίου.

Την άνοιξη του 1904 στάλθηκαν μυστικά στη Μακεδονία τέσσερις παράξενοι ζωέμποροι. Στην πραγματικότητα ήταν αξιωματικοί του ελληνικού στρατού. Ανάμεσά τους και ο Παύλος Μελάς, με το ψευδώνυμο Πέτρος Δέδες. Ο Μελάς ξαναγύρισε στη Μακεδονία τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου με δικό του ανταρτικό σώμα, ως καπετάν Μίκης Ζέζας, σύνθεση των ονομάτων των δύο παιδιών του. Οι Μακεδόνες τον δέχθηκαν σαν ελευθερωτή. Ο λαός σιγά σιγά αναθάρρησε. Στις 13 Οκτωβρίου του 1904 όταν το βόλι έριξε νεκρό τον Παύλο Μελά στη Στάτιστα, στην Καστοριά, έγινε εθνικό σύμβολο και πέρασε σαν ήρωας στην αιωνιότητα. Γιατί ο θάνατός του, αντί να αποθαρρύνει, θέριεψε τον Αγώνα. Ο Παύλος Μελάς δεν ήταν βέβαια ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος Έλληνας νεκρός του Μακεδονικού Αγώνα. Αλλά η απήχηση της αυτοθυσίας του ενήργησε ως καταλύτης, εμπνέοντας κι άλλους εθελοντές, που έσπευσαν από την ελεύθερη Ελλάδα, για να σμίξουν με τους Μακεδόνες αντάρτες. Ο Ιωάννης Σακελλαρίδης έγραψε ένα ποίημα αλλά και τη μουσική του, που το τραγουδάει ο λαός της Δυτικής Μακεδονίας, στα πανηγύρια, στους γάμους, στα βαφτίσια και τις γιορτές:

«Σαν τέτοια ώρα στο βουνό ο Παύλος πληγωμένος και στο νερό του αυλακιού ήτανε ξαπλωμένος. Δεν κλαίω τη λαβωματιά, δεν κλαίω και το βόλι μον’ κλαίω πως με άφησε η συντροφιά μου όλη. Για σύρε Δήμο μου πιστέ στην ποθητή πηγή μου φέρε λιγάκι κρύο νερό να πλύνω την πληγή μου. Σταλαματιά το αίμα μου για σε πατρίδα χύνω για να ’χεις δόξα και τιμή ν’ αστράφτεις σαν το ήλιο». 

          Ο ρόλος των εκπαιδευτικών ήταν εξίσου σημαντικός με των κληρικών. Η σταθερή λειτουργία σχολείων σε αμφισβητούμενες περιοχές ήταν ένδειξη ελληνικού φρονήματος και πρόκριμα για την τελική ελληνική επικράτηση. Στον χάρτη των χριστιανικών σχολείων της Μακεδονίας τα ελληνικά υπερτερούσαν παντού. Στα τέλη του 19ου αιώνα στην ευρύτερη τότε περιοχή της Μακεδονίας λειτουργούσαν 1.000 περίπου ελληνικά εκπαιδευτήρια, με περισσότερους από 70.000 μαθητές και τροφίμους και 1.700 δασκάλους και καθηγητές.

          Δεν υπάρχει ένας πλήρης κατάλογος των πεσόντων εκπαιδευτικών. Έμειναν στη μνήμη όλων τα θρυλικά ονόματα της Αικατερίνης Χατζηγεωργίου, του Ιωάννη Πίτσουλα και της Βελίκας Τράικου, που τη θυσία της εξαίρει ο ποιητής Νικόλαος Τέντας.